πίσω από τις λέξεις

Σήμερα είναι μία από αυτές τις ημέρες.
Μην κάνεις τον ανήξερο, ξέρεις πολύ καλά σε ποιες ημέρες αναφέρομαι: σ’αυτές που θες να γράψεις, μα δεν ξέρεις τι, πώς, γιατί. Από πού ν’αρχίσω; Από πού να τελειώσω; Δεν πρόκειται ποτέ να γράψω κάτι άξιο δημοσίευσης σήμερα. Πονάει και το κεφάλι από το hangover.
Και όλες οι ιδέες, οι σκέψεις, οι λέξεις έχουν μπερδευτεί μέσα στο κεφάλι μου, οπότε προσπαθώ να γράφω απλές προτάσεις (υποκείμενο-ρήμα-το αντικείμενο φεύγει τρέχοντας), γιατί στις σύνθετες, κάπου το χάνω. Το χάνω, με εγκαταλείπει κι εγώ, ούσα ακόμη ζαλισμένη από τη χθεσινή κραιπάλη, το κοιτάζω να φεύγει τρέχοντας. Τα υποκείμενα χάνουν τα αντικείμενά τους εδώ πέρα, σε έναν λόγο που έχει δεσμεύσει τα αντικείμενα να βρίσκονται πάντα μαζί με τα υποκείμενά τους.
Εντάξει, ας αφήσω τους θεωρητικούς ειρμούς. Δεν με παίρνει σήμερα.
Θα φτάσω, επιτέλους, στην ουσία του post: είναι παράξενο να γράφεις όταν ξέρεις ποιοι σε διαβάζουν. Κρύβεσαι πίσω από τις λέξεις, δαγκώνεις τα χείλη σου, αγχώνεσαι – «αν γράψω αυτό και ταυτιστεί ο τάδε;», «αν ποστάρω ένα ερωτικό ποίημα και ο δείνα νομίσει ότι το αφιερώνω σε κείνον;». Θέλεις να γράψεις, μα διστάζεις. Γράφεις, σβήνεις. Η λογοκρισία που ασκείς στο λόγο σου είναι πρωτοφανής (αργότερα, θα μιλήσουμε και για την ενοχοποίηση των σκέψεών σου, εν μέσω τούμπα λίμπρε και λοιπών παραλογισμών). Οπότε, δε γράφεις αυτό που θέλεις. Κρύβεσαι ανάμεσα στις λέξεις, στις γραμμές, ντύνεις αυτά που θέλεις να πεις με μάσκες, διώχνεις τα αντικείμενα μακριά, αποποιείσαι κάθε σύνδεση με το περιεχόμενο των γραπτών σου, τα φορτώνεις όλα σε κάποιον άλλον, σε ένα ιδανικό, χαροκαμένο υποθετικό υποκείμενο και κοιμάσαι ήσυχη τα βράδια. Τους ξεγέλασες για μία ακόμη μέρα. Έσωσες τις λέξεις σου. Αλλά, ξέρεις, δεν ήταν αυτό το ζητούμενο – το θέμα ήταν οι λέξεις να σε σώσουν. Μα δεν τις άφησες.
Κουράστηκα να κρύβομαι πίσω από υποθετικές λέξεις που αντικαθιστούν τις πραγματικές που κρύβονται στο κεφάλι μου

Advertisements

3 υποθετικοί διάλογοι

Οι υποθετικοί διάλογοι που ακολουθούν, βασίζονται σε μία υποκειμενική, πιθανότατα αβάσιμη, πιθανότατα αφοριστική και χωρίς πρόθεση γενίκευσης παρατήρηση που ενδεχομένως να ξεχειλίζει από «κόμπλεξ», «κακία», «ανασφάλεια» (αφήνω τον αναγνώστη να διαλέξει όποιον από τους παραπάνω χαρακτηρισμούς τον ευχαριστεί περισσότερο). Η κεντρική ιδέα τους, θα μπορούσε να συνοψιστεί στο «πολλές φορές, οι άνθρωποι γκρινιάζουν για την ιδιοτέλεια που χαρακτηρίζει τις ανθρώπινες σχέσεις, για την απουσία συλλογικότητας και για την τάση του ατόμου να πατάει πάνω στο διπλανό του για προσωπικό όφελος, όμως, οι ίδιοι, ενδεχομένως υποσυνείδητα, κατασπαράζουν τον περίγυρό τους χρησιμοποιώντας τις λέξεις». Η γράφουσα παρατηρεί περιπτώσεις κατά τις οποίες το άτομο επιδιώκει την καταφυγή στις λέξεις για την επιβολή, την εξιλέωση, την προσωρινή απώλεια δικών του ανασφαλειών που προσπαθεί να φορτώσει στους συνομιλητές του.
(αν εξισώσετε τις παρακάτω περιπτώσεις με αντιπαραθέσεις πάσης φύσεως και σπεύσετε να με κατηγορήσετε ότι δεν αντέχω τις διαφωνίες ή το διάλογο, πιείτε ένα σφηνάκι τεκίλα, να σας περάσει)

Υποθετικός διάλογος 1: «οι απόψεις σου είναι πολύ απλοϊκές για να τις ακούσω»

-Έλα να συζητήσουμε.
-Για τι να συζητήσουμε;
-Για την απουσία αλληλεγγύης στις μέρες μας.
-Είναι ξεκάθαρη η απουσία αλληλεγγύης στις μέρες μας. Ζούμε σε μία σκατοκοινωνία. Έχουμε ξεχάσει τη δύναμη της συλλογικότητας, του σεβασμού, της αγάπης.
-Αλήθεια αυτό πιστεύεις;
-Ναι.
-Πολύ αφελές. Δεν το περίμενα από σένα.
-Η δική σου άποψη ποια είναι;
-Ότι έχει πολύ πλάκα που συμφωνείς αμέσως να συζητήσουμε, που θες να ακούσεις την άποψή μου, που δίνεις βάση στα λεγόμενά μου. Αυτό δείχνει την επιρροή που ασκούν τα λόγια μου στους άλλους. Βαριέμαι να σου αναλύσω την άποψή μου τώρα, θα κρατήσω, όμως, το γεγονός ότι με θεωρείς άξιο συζητητή. Σε αφήνω με τις αφελείς ιδέες σου που ποτέ δεν θα πλησιάσουν τις επεξεργασμένες δικές μου, αυτές που βαριέμαι να σου εξηγώ τώρα (γιατί είναι σίγουρο ότι δεν θα τις καταλάβεις).

Υποθετικός διάλογος 2: «η σιωπηρή σου συγκατάθεση προτιμότερη από τα λόγια σου (που δεν θέλω καν να ακούσω)»

-Μου αρέσει πολύ να συζητώ με τους άλλους, να ανταλλάζουμε απόψεις, νιώθω ότι μαθαίνω πολλά πράγματα.
-Κι εγώ το πιστεύω αυτό.
-Ειδικά όταν υπάρχει αμοιβαίος σεβασμός ανάμεσα σε σένα και το συνομιλητή/τους συνομιλητές σου, ακόμη και να διαφωνείτε, μπορείτε να προχωρήσετε σε έναν πολιτισμένο διάλογο.
-Όμως αυτό δεν…
-Σίγουρα κάποιες φορές υπάρχουν και οι διαπληκτισμοί, απλά όταν προβάλλονται ακλόνητα επιχειρήματα και από τις δύο μεριές, είναι αδύνατο να εξαχθεί ένα συμπέρασμα που θα ικανοποιεί όλους τους ομιλητές.
-Όμως, πέρα από τα συμπεράσματα…
-Τι υπάρχει πέρα από τα συμπεράσματα; Η οπτική γωνία; Η προσωπική άποψη; Η υποκειμενικότητα;
-Όχι, απλά σχετικά με τα επιχειρήματα…
-Όλες οι πλευρές έχουν επιχειρήματα, αν ετοιμάζεσαι να μου πεις τη γνωστή παπαριά ότι η μία άποψη υπερτερεί της άλλης. Εγώ ξέρω ότι όλες οι πλευρές έχουν ισότιμα επιχειρήματα. Πωπω, πέρασε και η ώρα. Θα πρέπει να πηγαίνω. Χάρηκα που τα είπαμε. Είναι τόσο απελευθερωτικό να συζητάς με ένα άτομο έτσι, σε επίπεδο αλληλοσεβασμού και αλληλοκατανόησης.

Υποθετικός διάλογος 3: «θα αντιταχθώ σε οτιδήποτε μου πεις, μόνο και μόνο για να αποδείξω στον εαυτό μου πως μπορώ να σου επιβληθώ»

-Τι ωραίο κόκκινο χρώμα που έχει το κρασί που βγάζει η τάδε ποικιλία σταφυλιών.
-Η μερική αχρωματοψία ίσως προκαλείται από συνθήκες κακού φωτισμού ή προσωπικής ξεροκεφαλιάς. Μπορντώ είναι το κρασί.
-Μα, όχι, είναι κόκκινο!
-Επειδή εσύ το βλέπεις κόκκινο, δε σημαίνει ότι είναι! Εσείς οι άντρες είστε ικανοί να ξεχωρίζετε τα βασικά μόνο χρώματα, εμείς οι γυναίκες διακρίνουμε κάθε απόχρωση, το διάβασα σε ένα άρθρο!
-Το κρασί είναι κόκκινο, αναγράφεται και στην περιγραφή του στο μενού.
-Το κρασί είναι όντως κόκκινο, αλλά δεν πρόκειται να το αποδεχτώ. Αφενός επειδή έχει πλάκα που προσπαθείς να με πείσεις για κάτι που ήδη γνωρίζω, αφετέρου επειδή αυτή η συνομιλία μου προσφέρει την αυτοπεποίθηση που χρειάζομαι, με κάνει να νιώθω παντοδύναμη, δικαιολογεί τα όσα έλεγε η δασκάλα στη μαμά μου πολλά χρόνια πριν, πως μπορώ να σε κάνω να δεις το άσπρο μαύρο. Σήμερα θα κοιμηθώ ήρεμη, γνωρίζοντας πως εξακολουθώ να έχω πειθώ. Εσύ θα κοιμηθείς, πεπεισμένος ότι το κρασί ήταν μπορντώ.

Συμπέρασμα; Δεν υπάρχει. Οι παραπάνω διάλογοι είναι υποθετικοί και τους παραθέτει εδώ ένας υποθετικός αυτόπτης μάρτυρας. Ίσως να χαρακτηριστούν «απλοϊκοί», «άνευ ουσίας», «παπαρολογίες». Αλλά η γράφουσα ήθελε να τους μοιραστεί μαζί σας. Και, χαμογελώντας ειρωνικά, διερωτάται κατά πόσο οι χαρακτηρισμοί που ενδεχομένως ακολουθήσουν θα αποτελούν μία προσωπική άποψη (σεβαστή και δεκτή) ή μία υποσυνείδητη προσπάθεια αυτοεπιβεβαίωσης μέσω των «επαρκώς ανεπαρκών» λέξεων της. 

《ΤΕΛΙΚΑ, ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΕΙ ΕΤΣΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ》

Το κοριτσάκι που πουλούσε χαρτομάντηλα δεν είχε γονείς. Αυτό της είχε πει ο μπαμπάς, αυτό είχε πιστέψει η Άννα.

Πολύ αδύνατο το κοριτσάκι που πουλούσε χαρτομάντηλα. Τα μάτια του μεγάλα, τα χέρια του σκασμένα από το κρύο.

Το κοριτσάκι πεινάει, σκεφτόταν η Άννα.

Μα δεν ήταν μόνο το κοριτσάκι – ήταν και ο παππούλης που τα βράδια σκεπαζόταν με ένα παλτό τρύπιο και κοιμόταν μπροστά από κάποιο μαγαζί, ήταν και η κυρία που περπατούσε με παντόφλες μες στο καταχείμωνο, και η κοπέλα που ζητούσε ελεημοσύνη από τους περαστικούς, με ένα μωρό στην αγκαλιά. Κανείς από αυτούς δεν είχε σπίτι. Όλοι ζούσαν στους δρόμους.

Και η Άννα το κατάλαβε αυτό και αποφάσισε να το αλλάξει. Και πήγε και έδωσε πολλές σοκολάτες στο κοριτσάκι με τα χαρτομάντηλα. Σκέπασε τον παππούλη με ένα ολοκαίνουργιο παλτό. Έδωσε ένα ζευγάρι ανατομικά παπούτσια στην κυρία που γυρνούσε με τις παντόφλες. Και αγόρασε πάνες και γάλα για το μωρό της κοπέλας.

Εκείνο το βράδυ, η Άννα έπεσε για ύπνο ψόφια μα χαρούμενη που είχε βοηθήσει τόσους ανθρώπους. Και κοιμήθηκε έξι μήνες.

Όταν ξύπνησε, είχε έρθει το καλοκαίρι και το κοριτσάκι με τα χαρτομάντηλα είχε αρχίσει ξανά να πεινάει. Ο παππούς είχε αφήσει σε ένα παγκάκι το καινούργιο του παλτό επειδή ίδρωνε και κάποιος πέρασε από κει, το είδε και τ’άρπαξε. Το χειμώνα δεν θα χε πια παλτό. Τα ανατομικά παπούτσια της κυρίας με τις παντόφλες έλιωσαν από το περπάτημα. Και το μωρό της κοπέλας, είχε από καιρό πεθάνει (κάποιο μικρόβιο; η αναγκαστική απλυσιά των δρόμων; ποιος ξέρει;).

Η Άννα στάθηκε μπρος τους, να τους παρατηρεί έναν προς έναν. Κούνησε το κεφάλι της μονολογώντας:

-Τελικά, έτσι δεν αλλάζει ο κόσμος…