ΒΡΟΧΕΡΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ, ΣΕ ΚΑΠΟΙΟ ΠΛΑΚΟΣΤΡΩΤΟ ΔΡΟΜΑΚΙ, ΣΤΟ ΜΠΟΡΝΤΩ

 

Ένα βροχερό μεσημέρι, δύο φίλες βρήκαν καταφύγιο στη ζεστασιά (και στο βαθυκόκκινο κρασί απ’το Σαν Εμιλλιόν) που προσέφερε ένα απ’τα πολλά μικρά μπιστρό που βρισκόταν σ’ένα πλακόστρωτο στενό κάπου στο κέντρο του Μπορντώ. Κάθισαν πλάι στη τζαμαρία, απ’όπου έβλεπαν τους περαστικούς κι οι περαστικοί έβλεπαν εκείνες, ήπιαν το κρασί τους, αντάλλαξαν τα νέα τους. Τους άρεσε το κρασί, παρήγγειλαν και δεύτερο ποτήρι και μεζέδες (μύδια). Πέρασε η ώρα, η βροχή είχε πια σταματήσει, οι περαστικοί κρατούσαν τις ομπρέλες τους που στάζαν νερά ανά χείρας, τα παιδιά έκαναν πως γλιστρούσαν στις γυαλισμένες πλάκες για να φοβίσουν τους γονείς τους.

«Θα ξεκινήσω να ετοιμάζομαι στις έξι για το πάρτυ απόψε», έλεγε η μία. «Πρέπει να βαφτώ, να φτιάξω το μαλλί μου… τι κραγιόν να ταιριάζει με αυτά τα ρούχα; Και τι παπούτσια; Αν φορέσω ψηλοτάκουνα, πώς θα χορέψω; Αν μου ζητήσει να χορέψουμε, μπορεί και να σκοντάψω με τόσο ψηλό τακούνι… μπα, φλατ παπούτσια θα βάλω. Έχω κάτι ωραία… και πρέπει να φτιάξω και το μαλλί μου. Ίσιο λέω να το κάνω, τι λες και συ; Σου μιλάω, μ’ακούς;»

Η άλλη κοπέλα είχε στρέψει την προσοχή της σ’έναν ηλικιωμένο άντρα που καθόταν αντίκρυ τους, σ’ένα πεζουλάκι. Τα ρούχα του βρώμικα, φθαρμένα, τα παπούτσια του λιωμένα. Αχτένιστος, με μακριά γκρίζα γένια, αποστεωμένο πρόσωπο, ζωηρά γαλανά μάτια. Δεν κοιτούσε κανέναν, ούτε τους περαστικούς, ούτε όσους καθόταν στα γύρω μπιστρό και απολάμβαναν το ζεστό τους ρόφημα, τη μπύρα, το κρασί τους. Είχε μάτια μονάχα για τη γάτα που χε κουρνιάσει στην αγκαλιά του.

Η γάτα, μία περήφανη Σιαμέζα, είχε κι αυτήν δύο μάτια γαλανά, σαν του κύρη της. Μονάχα που τα δικά της, μισόκλειστα για να βλέπει πίσω από παράθυρα και κλειστές πόρτες, τα χε καρφωμένα στους μεζέδες που απολάμβαναν οι δύο φίλες μες στο μπιστρό. Κι ας τη χάιδευε ο γέρος, κι ας της έλεγε γλυκόλογα, κι ας χαμογελούσε μονάχα σε κείνην. Έμοιαζε τόσο καλοζωισμένη, με τη γούνα της να γυαλίζει, που αν κάποιος έμπαινε στη διαδικασία να τη συγκρίνει με τον γέρο, θα βρισκε αυτήν στο ένα άκρο κάποιας νοητής γραμμής, πεντακάθαρη και ζωντανή, και κείνον στο άλλο, καταβεβλημένο και φθαρμένο απ’τη ζωή – μεγαλύτερη φθορά απ’αυτήν των ρούχων του, ίσως να χε υποστεί η ψυχή του.

«Λέω να αλλάξω και τον τρόπο που μιλώ. Οι άντρες βρίσκουν σέξυ τις βραχνές φωνές. Αν δοκιμάσω να μιλήσω βραχνά, πώς ακούγεται; Να, κάπως έτσι… τι λες; Τι κοιτάς κι αυτόν τον καημένο και την παλιόγατά του; Άξιος της μοίρας του, κι αυτός κι αυτή! Έλα, εδώ, να αναλύσουμε το φλέγον ζήτημα: πώς θα ντυθώ στο πάρτυ; Πώς θα τραβήξω την προσοχή όλων; Πώς θα τον κάνω να με ερωτευτεί;»

Ο γέρος σηκώθηκε όρθιος, προχώρησε κουτσά προς ένα στενό που οδηγούσε στο ποτάμι. Κρατούσε πάντα την πανέμορφη γάτα του Σιάμ στην αγκαλιά του. Και αυτή, πίσω απ’τον ώμο του, είχε το βλέμμα πάντα καρφωμένο στους μεζέδες.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s