Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΚΑΝΕ ΛΑΘΗ

Όταν ήταν μικρός έσπασε ένα βάζο. Ήταν ακριβό, από κρύσταλλα Βοημίας. Το έσπασε ένα πρωινό που έπαιζε με τη μπάλα που του ‘χε κάνει δώρο η νονά του στα πέμπτα του γενέθλια. Η μητέρα του, η οποία εκείνη την ώρα παρακολουθούσε με προσήλωση μία κουτσομπολίστικη εκπομπή στην τηλεόραση, του έδωσε ένα γερό χέρι ξύλο ενώ του επαναλάμβανε συνεχώς πως «έπρεπε να μάθει να μην κάνει λάθη». Όμως, αυτός έκανε κι άλλα λάθη. Δεν ήθελε να μάθει την προπαίδεια, προτιμούσε να ζωγραφίσει εξωγήινους στα περιθώρια του βιβλίου των μαθηματικών. Πάλι ξύλο, πάλι η ίδια φράση: «Πρέπει να μάθεις να μην κάνεις λάθη». Ως την τετάρτη δημοτικού έκανε πολλά ορθογραφικά λάθη. «Πρέπει να μάθει να μην κάνει λάθη», επαναλάμβανε η δασκάλα του στους γονείς του. «Πρέπει να μάθετε στο παιδί σας να μην κάνει λάθη».

Έτσι έμαθε να μην κάνει λάθη. Επέλεξε τους σωστούς φίλους, είχε τους σωστούς βαθμούς στο σχολείο, σπούδασε στο σωστό Πανεπιστήμιο. Έκανε το σωστό μεταπτυχιακό, το σωστό διδακτορικό, βρήκε τη σωστή γκόμενα και απέκτησε τις σωστές κοινωνικές συναναστροφές. Έμαθε να επιλέγει το σωστό τύπο κρασιού που ταίριαζε με το σωστό ορεκτικό, το σωστό παλαιωμένο ουίσκι, τη σωστή μάρκα γυαλιστερών παπουτσιών, το σωστό κοστούμι με τον τετραψήφιο αριθμό στο καρτελάκι που το συνόδευε. Βρήκε τη σωστή δουλειά και πήρε όλες τις σωστές προαγωγές. Είχε τη σωστή συμπεριφορά στο γραφείο, κάπνιζε το σωστό αριθμό τσιγάρων την ημέρα και διατηρούσε τη σωστή απόσταση απέναντι στους συναδέλφους του. Είχε τις σωστές κομματικές πεποιθήσεις, αυτές που θα του απέφεραν μεγαλύτερο κέρδος, και είχε μάθει να παρουσιάζει τα σωστά επιχειρήματα σε μία πολιτική αντιπαράθεση. Όλα στη ζωή του πήγαιναν ρολόι. Δεν έκανε ποτέ λάθη. Είχε μάθει, επιτέλους, να μην κάνει λάθη.

Καμιά φορά αργά τ’απόγευμα πήγαινε σε μία μικρή πλατεία πλάι στο επιβλητικό κτίριο όπου εργαζόταν για να καπνίσει και να χαλαρώσει. Μαζί του κουβαλούσε κι από ένα βιβλίο, το σωστό κάθε φορά. Αυτό που θεωρούνταν το πιο δημοφιλές, το πιο κουλτουριάρικο ή το πιο βαθύ, ανάλογα με την περίοδο. Το διάβαζε ούτε αργά ούτε και γρήγορα, ευλαβικά όσο πρέπει, με το σωστό τρόπο. Κάθε μέρα διάβαζε περίπου τριάντα σελίδες. Ούτε εικοσιεννιά ούτε τριανταμία. Τριάντα ακριβώς. Ο σωστός αριθμός σελίδων. Έπειτα, έκλεινε απαλά το βιβλίο, έριχνε το σβηστό του τσιγάρο σε κάποιον κάδο σκουπιδιών κι επέστρεφε στο γραφείο του τη σωστή ώρα για να μαζέψει τα πράγματά του και να επιστρέψει σπίτι του.

Εκείνα τα απογεύματα τύχαινε να αφιερώνει δέκα με δεκαπέντε λεπτά απλά ρεμβάζοντας και παρατηρώντας τον κόσμο γύρω του. Τα μάτια του πάντοτε σταματούσαν επικριτικά σε όλους εκείνους που ζούσαν τη ζωή τους λάθος: στους ομοφιλόφυλους, στους φοιτητές που έπιναν μπάφο, στους επαναστάτες, στους άπορους, στους διαζευγμένους, στους ανθρώπους με κινητικά προβλήματα, σε όλους εκείνους που ήταν λάθη της ίδιας της φύσης, σε όλους εκείνους που άξιζαν τον οίκτο και την αποστροφή του. Τον γέμιζαν θυμό τούτοι οι άνθρωποι, τον έκαναν να χαίρεται που δε ζούσε τη δική τους ζωή, που ήταν πλούσιος κι επιτυχημένος και είχε κάνει τα πάντα στη ζωή του σωστά.

Μεγάλωσε κι άλλο. Είδε παιδιά, απέκτησε εγγόνια, συνταξιοδοτήθηκε στη σωστή ώρα και αξιοποίησε τα επόμενα χρόνια με το σωστό τρόπο, παίζοντας γκολφ και συχνάζοντας στο τένις κλαμπ. Έκοψε το κάπνισμα, όπως πολύ σωστά έπρεπε να κάνει, κι άρχισε τα ιαματικά λουτρά, όπως πολύ σωστά έπρεπε να κάνει. Ένα απόγευμα, κατέρρευσε στο γήπεδο του τένις. Τον μετέφεραν άρον-άρον στο νοσοκομείο. Εγκεφαλικό επεισόδιο, ανακοίνωσε ο γιατρός. Ίσως και ν’ανάρρωνε ως ένα βαθμό μα ποτέ δε θα ταν όπως πρώτα.

Δεν ξανάγινε ποτέ όπως πρώτα. Έμεινε κατάκοιτος, καθηλωμένος σε ένα κρεβάτι να παρατηρεί τον λευκό τοίχο απέναντί του. Έγινε νευρικός, γκρινιάρης, ευέξαπτος. Τα νέα ότι η μικρή του κόρη είχε αποφασίσει να συζήσει με την κοπέλα της δεν διευκόλυναν διόλου τα πράγματα. Ούτε και η διαπίστωση ότι ο δεκαεξάχρονος εγγονός του ήταν αναρχικός και κάπνιζε μαριχουάνα. Οι μέρες του κυλούσαν βυθισμένες στις σκέψεις και μ’εκείνον να βλέπει πικραμένος τα λάθη που έκαναν οι γύρω του χωρίς να μπορεί να τα διορθώσει.

Ένα ανοιξιάτικο πρωινό τον επισκέφτηκε η μικρή του εγγονή, η οποία ήταν γύρω στα οχτώ. Κάθισε δίπλα στο κρεβάτι του και άρχισε να του διαβάζει ένα μικρό βιβλίο που της είχε αγοράσει η μητέρα της. Ήταν ένα γνωστό παιδικό παραμύθι, αυτό της Κοκκινοσκουφίτσας. Η μικρή έκλεισε το βιβλίο ευχαριστημένη με τον εαυτό της που το είχε διαβάσει χωρίς λάθη και στράφηκε στον παππού της.

-Παππού, ήταν λάθος που η μαμά της Κοκκινοσκουφίτσας την έστειλε μόνη της να δει τη γιαγιά της και να περάσει απ’το μεγάλο δάσος; τον ρώτησε.

Εκείνος δε χρειάστηκε να σκεφτεί καθόλου για ν’απαντήσει.

-Φυσικά και ήταν λάθος! Η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν ένα μικρό κοριτσάκι, σαν εσένα και τα μικρά κοριτσάκια πρέπει να πάνε παντού μαζί με έναν μεγάλο! Δες τι της έτυχε της καημένης!

Η εγγονή του το σκέφτηκε λίγο κι έκανε μια γκριμάτσα.

-Ναι, αλλά άμα η Κοκκινοσκουφίτσα δεν πήγαινε μόνη της να δει τη γιαγιά της δε θα γνώριζε ποτέ τον Μεγάλο Κακό Λύκο. Άρα, δε θα μάθαινε ποτέ ότι ο Μεγάλος Κακός Λύκος ζούσε στο δάσος. Δε θα μάθαινε πόσο κακός ήταν και πως ήθελε να τη φάει. Δε θα γινόταν ποτέ γενναία, παππού, άμα δεν τον συναντούσε. Θα φοβόταν για πάντα, παππού, και θα ήθελε πάντα τη μαμά της. Και όταν η μαμά της θα πέθαινε και θα ανέβαινε στον ουρανό, τι θα έκανε; Δε θα ήξερε να ζει μόνη της.

-Θα ήξερε να μην κάνει λάθη, είπε εκείνος.

Και τότε, άξαφνα, το συνειδητοποίησε. Αυτός δεν είχε την ηλικία της Κοκκινοσκουφίτσας ή της εγγονής του. Αυτός ήταν μεγάλος, πολύ μεγάλος. Ακόμα χειρότερα, ήταν καθηλωμένος σε ένα κρεβάτι χωρίς να μπορεί να κινηθεί. Οι μέρες του, μπορεί και οι ώρες του, ήταν μετρημένες. Θα πέθαινε. Είχε φτάσει πολύ κοντά στο τέλος. Και όλα αυτά χωρίς να τολμήσει ποτέ του να κυλιστεί στα γρασίδια κάποιου πάρκου με κάποια γυναίκα που να χε ερωτευτεί (είχε ερωτευτεί, άραγε, ποτέ;). Χωρίς να τολμήσει να συνεχίσει να ζωγραφίζει, χωρίς να τολμήσει να ταξιδέψει στα πιο μακρινά μέρη του κόσμου μονάχα με ένα σακίδιο και άδειες τσέπες, χωρίς να τολμήσει να μάθει κάτι διαφορετικό απ’αυτά που ήξερε ήδη, χωρίς να τολμήσει να ακούσει τη γνώμη του συνομιλητή του (το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να τον βάλει στη θέση του, να τον κάνει να το βουλώσει), χωρίς να τολμήσει να ονειρευτεί με κάποιο τρόπο διαφορετικό απ’αυτόν που του είχαν μάθει να ονειρεύονται.

Και τώρα; Τι θα γινόταν τώρα; Θα πέθαινε. Θα πέθαινε και, σιγά-σιγά, θα τον ξεχνούσαν όλοι. Δεν θα τον θυμόταν για κάτι, αφού όλα όσα έκανε ήταν σωστά. Δυστυχώς ή ευτυχώς, ο κόσμος τείνει να θυμάται όσους κάνουν λάθη. Ίσως επειδή απ’αυτά που οι πολλοί θεωρούν λάθη προκύπτουν, εν τέλει, τα μεγαλύτερα σωστά. Ίσως επειδή δεν μπορείς να μάθεις να ονειρεύεσαι άμα δεν κάνεις λάθη, όπως δε μαθαίνεις ούτε να διεκδικείς όσα δικαιούσαι, ούτε να αγωνίζεσαι, ούτε να βλέπεις πέρα απ’το ιδίον όφελος και να συνειδητοποιείς ότι δεν είσαι παρά μια κουκκίδα σε ένα απέραντο σύμπαν, μια κουκκίδα που έτυχε ν’αποκτήσει αναπνοή για ογδόντα χρόνια. Το μόνο που μαθαίνεις είναι πώς να φαίνεσαι «σωστός» στα μάτια της μάζας και πώς να γλιτώνεις την άσχημη κριτική ή τα τσουχτερά σχόλια όσων προτιμάν να κοιτάζουν τα «λάθη» των γύρω τους και να αγνοούν επιδεικτικά τα δικά τους. Ίσως το να είσαι «σωστός» να είναι, τελικά, το μεγαλύτερο λάθος που μπορείς να κάνεις στη ζωή σου καθώς σε κάνει να κερδίζεις την αποδοχή των γύρω σου μα σου στερεί πολλά περισσότερα.

Εκείνο το βράδυ ο άνθρωπος που δεν έκανε ποτέ λάθη πέθανε στον ύπνο του. Στο όνειρό του έβλεπε ότι είχε γεννηθεί απ’την αρχή, ότι είχε γίνει ένας μεγάλος ζωγράφος και ότι κάθε βράδυ έκανε έρωτα με τη σύντροφό του σα να ήταν η τελευταία νύχτα του κόσμου.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s